Back to top

6η Μπιενάλε της Αθήνας ANTI

Η έκθεση ΑΝΤΙ παρουσιάζει ένα διακριτό, ιδιοσυγκρασιακό και ανήσυχο screenshot του πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού momentum. 

ANTI

Επιμελητές: Stefanie Hessler / Poka-Yio / Κωστής Σταφυλάκης

Περάστε από εδώ για το ANTI:
Το ANTI είναι μια πρόθεση, μια θέση, ένα άτομο. Το ANTI είναι ενδοτικό, ασκητικό, ελευθεριακό. Το ANTI επενδύει σε bitcoins και απεχθάνεται την πολιτική ορθότητα. 
Το ΑΝΤΙ είναι ένας πολιτικός που πολεμά το κατεστημένο, ένας ουμανιστής, ένα πλάσμα της εποχής μας.

Η 6η Μπιενάλε της Αθήνας φλερτάρει με τον όρο, τη στάση, την (α)δυνατότητα του ANTI. Ρωτάει: Πώς λειτουργεί η εναντίωση σήμερα; Τι ταυτότητες κατασκευάζει; Στο παρόν, μια διάθεση εναντίωσης, μια ANTIσυμπεριφορά, ένα Antitude μοιάζει να διαπερνά όλες τις αρένες της κοινωνικής ζωής, συμπεριλαμβανομένων των πολιτισμικών εκφράσεων, την πολιτική της ταυτότητας, την καλλιτεχνική εργασία, τα ΜΜΕ, τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στο Netflix, αλλά και τις weird διαφημίσεις, τα βιντεοπαιχνίδια και τη βιομηχανία των μουσικών video. Με άλλα λόγια, συμπεριφορές εναντίωσης και μη-συμμόρφωσης κανονικοποιούνται, εμπορευματοποιούνται αστραπιαία. Το ANTI λατρεύεται και μισείται ως λαμπερότερο των προτύπων. Η εικόνα του ικανού κακούργου, του προορατικού χειραγωγού, του καταπατητή των ταμπού συγκροτεί τον πιο συναρπαστικό χαρακτήρα στη θεσμική και αντισυστημική πολιτική, στην τακτική αντίσταση και στην ποπ κουλτούρα.

Το ANTI κανονικοποιείται.

Η καθημερινοποίηση του ANTI λαμβάνει ποικίλες, αμφίσημες και συχνά ασύμβατες μεταξύ τους μορφές. Ποικίλλουν από τρομακτικές έως απολαυστικές, συμπεριλαμβάνοντας όλα τα ενδιάμεσα στάδια. Αμφιθυμικό και αντιφατικό, το ΑΝΤΙ μαρτυρά μια νέα κατάρρευση των «δεικτών βεβαιότητας». Αναδυόμενο ως βιασύνη για οχύρωση του εαυτού, το ΑΝΤΙ σηματοδοτεί τον στροβιλισμό του Πολιτικού, δομικές εξαρθρώσεις και ξεσπάσματα του ανταγωνισμού. Τα Antitudes τρέφουν την εξατομίκευση του αγαπημένου σου ήρωα σε βιντεοπαιχνίδια βολής πρώτου προσώπου όπως το Call of Duty. Αντίστροφα, τα Antitudes αναδύονται ως ενδυναμωτικοί εγκωμιασμοί της μαύρης αισθητικής (black aesthetics) στο οπτικό άλμπουμ Lemonade της Beyoncé.

Οι επιταχυνόμενες πολώσεις έχουν αναγνωριστεί εδώ και δεκαετίες ως κινητήριος δύναμη του πολιτικού, πολιτιστικού και κοινωνικού κλίματος. Στη δεκαετία του 1930, ο ανθρωπολόγος και κυβερνητιστής Gregory Bateson περιέγραψε τη σχισμογένεση (schismogenesis) ─τη δημιουργία διαίρεσης─ ως διαδικασία που αποκτά τη μορφή αλληλοενισχυόμενων, αντικριστών καμπυλών και αντιδιαμετρικών γωνιών που διευκολύνουν την αντίδραση των ατόμων απέναντι σε άλλα άτομα, και των ομάδων σε άλλες ομάδες. Μοτίβα συμπεριφοράς που γίνονται αντιληπτά ως συμβατά ή επιτυχημένα παράγουν αίσθηση αυτοπεποίθησης στην πλευρά μιας κυρίαρχης ομάδας, ενισχύοντας την κυριαρχία της, αλλά και τη συμμόρφωση της αντίπαλης ομάδας. Αυτή η αμοιβαία πρόκληση οδηγεί σε ρήγματα και επώδυνες διαιρέσεις. Αμοιβαίως μεγεθυνόμενα μοτίβα μπορεί να εξελιχθούν συμμετρικά, καθώς η συμπεριφορά της μιας ομάδας προκαλεί την παρόμοια, ανταγωνιστική συμπεριφορά της άλλης. Μπορεί επιπλέον να λάβει τη μορφή μιας αντίστροφης σπείρας αλληλοσυγκράτησης αντί για εκατέρωθεν πρόκληση. Ο Bateson έβλεπε τη σχισμογένεση ως βάση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και την περιέγραψε ως παράγοντα ικανό τόσο για πόλεμο όσο και για ειρήνη. Παρότι ο μηχανικός, διαλεκτικός λειτουργισμός έχει με πειστικό τρόπο απορριφθεί στη μετά Bateson εποχή, η ανάλυση της επιδείνωσης των σημερινών εναντιωματικών συμπεριφορών αξιώνει, ίσως, να ξαναδούμε κάποιες κατασκευές του 20ού αιώνα που παραμένουν στον πυρήνα της εμπειρίας της αντιπαράθεσης. Ας αναρωτηθούμε: Πώς η σχισμογένεση αφυπνίζεται εντός της νεο-συμπεριφοριστικής πραγματικότητας της ψηφιακής κυβερνητικής, των echo chambers, της αλγοριθμικής ανατροφοδότησης και του ψηφιακού πολέμου; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στις πιο σκοτεινές περιοχές των «κοινωνικών» δικτύων. Εκεί, ο κόσμος αναποδογυρίζει σαν κόμικ του Bizarro.

Σε αυτούς τους προδρόμους των memes, οι δημοφιλείς καρτούν υπερήρωες μεταλλάσσονται στα αισχρά alter ego τους. Τα memes ίσως να είναι τα σχήματα των σημερινών αντίστροφων σπειρών: μια σειρά από ψηφιακά αδιέξοδα, μηδενιστικές, παθητικοεπιθετικές ─ενίοτε ευθέως επιθετικές─ παγίδες ενός απασφαλισμένου κόσμου.

Το ΑΝΤΙ είναι ο γείτονάς σου. Το ΑΝΤΙ είναι ο ακτιβισμός σου στα κοινωνικά δίκτυα. Το ΑΝΤΙ είναι το λουπαρισμένο βίντεο με τη γάτα σου.

Το ANTI βρίσκει έδαφος τόσο στην εξουσία όσο και στην αντίσταση. Η συνειδητοποίηση ότι τα κινήματα αντικουλτούρας των δεκαετιών του 1960 και του 1970 τροφοδότησαν με πρότυπα τις θεωρίες του neo-management ήταν πάντα επώδυνη, όπως και η συνειδητοποίηση ότι οι υποστηρικτές των Anonymous χρησιμοποιούν αυτόν τον ─φαινομενικά ακίνδυνο─ επαναστατικό Ιανό για να μετατραπούν σε trolls κυριευμένα από μίσος. Το ANTI μπορεί με ευκολία να εδρεύσει στην αντίδραση. Ωστόσο, τείνουμε να ξεχάσουμε πως η αντιδραστική σκέψη και πολιτική έχουν τις δικές τους παραδόσεις ριζοσπαστισμού, οι οποίες μνημονεύονται από τους οπαδούς τους ως «συντηρητική επανάσταση» ή «ριζοσπαστική παραδοσιοκρατία». Το ότι συνωμοσιολόγοι, αντισημίτες, μισογύνηδες και ρατσιστές αυξάνουν την πρόσβασή τους τόσο στην κινηματική πολιτική όσο και σε κυρίαρχες πολιτικές αρένες προκαλεί τρόμο. Η επαναλαμβανόμενη γοητεία της «κλασικής» αντιδραστικής σκέψης μπορεί να γίνει σαφώς αντιληπτή στον σύντομο, συμβολικό ωστόσο, διορισμό του Steve Bannon στη κυβέρνηση του Donald Trump, ή στην επιρροή που ασκούν μυστηριώδεις συντηρητικοί, όπως ο Aleksandr Dugin στα think tanks παραγωγής ρωσικών γεωπολιτικών στρατηγικών. Σήμερα, το ANTI εμφανίζεται συχνά μεταμφιεσμένο ως μια παν-αποσχιστική φαντασίωση επιστροφής σε κάποια μορφή αυθεντικής, εθνοτικής, καλά ριζωμένης, διάφανης κοινότητας.

Η «αλήθεια» του ΑΝΤΙ.

Τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε από τα σύγχρονα ριζοσπαστικά οράματα που προτρέπουν σε αποσχίσεις, τμηματοποιήσεις, επιστροφή σε τοπικοποιημένους, ομφαλοσκοπικούς τρόπους ζωής και διαμερισματοποιημένες πολιτικές κοινότητες; Η 6η Μπιενάλε της Αθήνας δεν επιζητά να περιγράψει απλώς τις αντιδραστικές αυτές φαντασιώσεις. Δεν μπορούμε να αντιταχθούμε στην αντιδραστική κουλτούρα με ένα ακόμα ΑΝΤΙ. Ούτε μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε τα πάθη της εποχής της μετα-αλήθειας επιστρέφοντας στον ουμανισμό της «αλήθειας», του «λόγου» και του «Διαφωτισμού». Η συνάντηση με το ΑΝΤΙ προϋποθέτει να ταλαντευτείς ανάμεσα στην εξουσία και την εξέγερση, και ορισμένες φορές να ζήσεις στα ενδιάμεσά τους. Εσωτερικεύοντας, κανιβαλίζοντας, παραμορφώνοντας, τόσο την εξουσία όσο και την εξέγερση, δεν βιαζόμαστε να τις εντάξουμε σε κάποια μεγαλύτερη διαλεκτική ενότητα ή να τις υπερβούμε. Η Μπιενάλε επιδιώκει να προκαλέσει την εμπειρία της αμφισημίας, της πόλωσης, των αντιδιαμετρικών οριοθετήσεων που ενσωματώνει το ΑΝΤΙ, λιπαίνοντας τις παράδοξες προσωποποιήσεις του. Ο μηχανισμός της έκθεσης μετατρέπεται σε καθαρτήριο χωρίς κάθαρση.

ΑΝΤΙ-ανθρώπινο. 

Η 6η Μπιενάλε της Αθήνας επιχειρεί να αμφισβητήσει την πίστη μας στη χειραφέτηση και τον ουμανισμό αμφι- βάλλοντας για εμφανιζόμενες αναζωπυρώσεις ιδεών του «ανθρώπινου». Τη στιγμή που κάποιοι προσυπογράφουν τον μετα-ουμανισμό, και άλλοι πανηγυρίζουν για το μέλλον που προτείνουν οι τρανσουμανιστές, η έκθεση επανεξετάζει τον αντιουμανισμό ως μια διακριτή περιοχή φιλοσοφικής οριοθέτησης και όχι απλώς ως ιστορικό ρεύμα ξεπερασμένο από τον μεταουμανισμό. Για να εντοπίσουμε το ΑΝΤΙ στον αντιουμανισμό, πρέπει να ξαναδιαβάσουμε τη διαβόητη μελέτη του Louis Althusser «Μαρξισμός και Ουμανισμός» (1964). Όπως ο Althusser άσκησε κριτική στον σοσιαλιστικό ουμανισμό της εποχής του, λέγοντας ότι οξύνει τα αδιέξοδα που επιδιώκει να καταπραΰνει, το ANTI φιλοδοξεί να σκεφτεί κριτικά τις πρόσφατες επικλήσεις στο ανθρώπινο, συμπεριλαμβάνοντας παν-γεφυρωτικές, θνησιγενείς ίσως, όρους όπως η «Ανθρωπόκενος» (για τους μετα-ουμανιστές), ή η «Νέα Καμβριανή» επανάσταση (για τους ελευθεριακούς τρανσουμανιστές της Silicon Valley, που ονειρεύονται ενικότητα (singularity), αθανασία και φορολογικούς παραδείσους σε παράκτιες λιμνοθάλασσες.

Μοιάζει ως εάν ο ουμανισμός, δηλαδή μια ορισμένη ουμανιστική ιδεολογία, να επιβιώνει, παρά τη διαρκή αμφισβήτηση, στην εποχή του μετα-ουμανισμού και του τρανσουμανισμού. Το σημερινό ουμανιστικό σύμβολο πίστης αυτοπεριγράφεται ως «πραγματικός ουμανισμός», απαλλαγμένος από ψευδαισθησιακές και ουτοπικές προσδοκίες του παρελθόντος, ως ουμανισμός που δουλεύει με πραγματική ύλη, απτές επιθυμίες, καλές-για-όλους ή καλές-για-λίγους εξελίξεις. Η ιδεολογία αυτή παράγει την άρνησή της, ή την αντίθεσή της, στη μορφή μιας δυστοπικής κριτικής της κοινωνίας και της ανισότητας: αν τα συνθετικά κύτταρα, η τεχνητή επέκταση της ζωής και τα έξυπνα φάρμακα ενίσχυσης γνωστικών λειτουργιών γεννούν το μεταανθρώπινο ή το τρανσανθρώπινο, τότε τι απομένει για όσους συστημικά κατηγοριοποιούνται ως απλά-ανθρώπινοι; Η δυστοπική αυτή κριτική κατηγορεί τη μεταουμανιστική επιτάχυνση για όξυνση του ρήγματος ανάμεσα σε αυτούς που μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτήν κερδοφόρα και εκείνους που αποκλείονται από τέτοιες εξελίξεις. Το κυρίαρχο sci-fi σινεμά και οι τηλεοπτικές σειρές όπως το Black Mirror κριτικάρουν, ενώ παράλληλα τροφοδοτούν το αποκαλυπτικό αυτό zeitgeist. Ωστόσο, ο αντιουμανισμός μπορεί να προσφέρει ένα πεδίο ασυμφωνίας που συνενώνει εκείνους που ποτέ δεν θεωρούνταν «ανθρώπινοι» με όσους δεν ενθουσιάζονται με τη σύγχρονη δίψα για ανθρώπινη ουσία.

Ο σύγχρονος ουμανισμός είναι αμφίσημος. Καλεί τόσο για «φυσική» ευεργετικότητα (wholesomeness) όσο και για υπέρβαση του «ανθρώπινου» μέσω της μετάλλαξης κάποιων σε κυρίαρχα κυβερνητικά όντα. Τούτη ακριβώς η αμφισημία καθιστά επείγουσα την επανεκτίμηση της αντιουμανιστικής θέσης. Μια νέα ανάγνωση του αντιουμανισμού μπορεί να βοηθήσει να ανακτήσουμε τις κληρονομιές και τα μέλλοντα μιας τέτοιας έννοιας από καλπάζουσες αφανιστικές τάσεις εντός κινημάτων όπως ο «Σκοτεινός Διαφωτισμός», του Nick Land, και άλλες δεξιές τρανσουμανιστικές εκστρατείες. Η επανεξέταση των επιστημολογιών του αντιουμανισμού συμβάλλει επιπλέον στην αμφισβήτηση της αριστερής επιταχυντικής αντίληψης περί εμμενούς επανοικειοποίησης ─ή διέλευσης─ της σύγχρονης αντιδραστικής κουλτούρας.

Έσωθεν της καλλιτεχνικής επικράτειας, η έκθεση αναζητά βιώσιμες εναλλακτικές στο ανθρωπιστικό προσωπείο του σύγχρονου καλλιτεχνικού ουμανισμού. Από την αρχή της οικονομικής κρίσης, καλλιτέχνες, επιμελητές και πολιτιστικοί θεσμοί πάσχισαν να γίνουν «κοινωνικά συναφείς». Η Ελλάδα έγινε αγαπημένο εκκολαπτήριο της ανθρωπιστικής αυτής ορμής. Αν και αξιοσέβαστη, η συζήτηση σχετικά με την κρίση και τη λιτότητα βοήθησε τη ρητορική σύμπτωση ανάμεσα σε καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες, ιδεολογίες της αυτάρκειας και την άκριτη φετιχοποίηση του τοπικού. Σε αυτήν τη γιορτή της κυριολεξίας, όπου τα πάντα είναι αυτό που λένε ότι είναι, ο καλλιτεχνικός ουμανισμός αφήνει ελάχιστο περιθώριο για μια αναζωογονητική συνάρθρωση ανάμεσα στις καλλιτεχνικές πρακτικές και το Πολιτικό. Περιορίζοντας την όποια συμπερασματολογία, η Μπιενάλε βλέπει στον αντιουμανισμό μια δυνατότητα, έναν ενδιάμεσο χώρο αναδιαπραγμάτευσης των ρόλων και στρατηγικών της τέχνης και της πολιτικής.

Οι νέες θεότητες του ΑΝΤΙ.

Το ANTI αναδύεται συχνά ως εξέγερση ενάντια στην εξουσία. Όλο και περισσότερο, οι εξεγέρσεις αυτές χαρακτηρίζονται από μυστικές και συνωμοσιολογικές αντιλήψεις για τον κόσμο. Για να χρησιμοποιήσουμε ημι-θεολογικούς όρους, οι εξεγερμένοι μιλούν συχνά για μοχθηρές δυνάμεις ελέγχου του κόσμου: πείτε τις κερδοσκοπικό κεφάλαιο ή ερπετοειδείς εξωγήινους. Όταν πια δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε την «πραγματικότητα», προβάλλουμε τις συναισθηματικές μας καταστάσεις ως αιτήματα νομιμοποίησης. Αυτό που ζούμε σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι οι τελευταίοι οργιαστικοί σπασμοί της (Ρωμαϊκής) Αυτοκρατορίας πριν από την έλευση μιας περιόδου μοναστικού τοπικισμού, νεοφεουδαρχίας, κατακερματισμού, συναισθηματισμού, κυριαρχίας της πίστης και της εικοτολογίας πάνω στη γνώση. Σαν νέοι αρχαίοι ή μεσαιωνικοί Γνωστικοί, οι συνωμοσιολόγοι, οι σπιριτουαλιστές και οι κήρυκες της ατομικής ευεξίας εργάζονται ώστε να προσηλυτίσουν άλλους σε μια μυστική κοσμολογία, γεμάτη μυστική γνώση που δήθεν θα ξεκλειδώσει την κρυφή τάξη πραγμάτων. Για αυτούς, ο κόσμος, όπως τον ξέρουμε, βρίσκεται σε παρακμή: πρόκειται για νεκρή ύλη, για μια αυτοκρατορία σε αποσύνθεση, για το προϊόν μιας αγιάτρευτης αλλοτρίωσης. Από αυτή την οπτική γωνία, οι νεο-αντιδραστικοί και οι ασκητικοί σπιριτουαλιστές μοιράζονται κάτι κοινό: πασχίζουν να αποκαλύψουν την τεχνητότητα αυτού του «κόσμου-φυλακή» και να διακηρύξουν τη μετάβαση σε ένα άλλο επερχόμενο σύμπαν. Αντίστοιχα, για τους οπαδούς της Εναλλακτικής Δεξιάς στο 4chan, ο κόσμος αυτός αξίζει μόνο τρολάρισμα και καγχασμό. Ο Kek, ο βατραχοπρόσωπος μιμιδιακός θεός, λατρεύεται σαν θεότητα του χάους, προορισμένη να καταστρέψει το καθεστώς της πολιτικής ορθότητας και της ευρύτερης θεσμικής πολιτικής, όπως την ξέρουμε.

Από το ANTI στο έναντι. 

Αν η δυστοπική κριτική επιχειρεί να εκθέσει την αποτυχία των μοντέρνων ουτοπιών, οι καλλιτέχνες του ANTI θεματοποιούν τις αντιδραστικές και τις προοδευτικές κραυγές ενάντια στους σύγχρονους εγκλεισμούς. Ρωτούν πώς και αν μπορούμε να εμπλακούμε στις τεχνολογικά επαυξημένες ουτοπίες του σήμερα. Αντί να λαμβάνουν μια θέση κριτικής αποστασιοποίησης ή διαλεκτικής άρνησης, οι καλλιτεχνικοί μηχανισμοί που συνθέτουν αυτή την Μπιενάλε μάς εισάγουν στην απόλαυση και τη δυσφορία που ενσαρκώνει η εναντίωση, ρωτώντας τι μπορεί να κινητοποιεί τις αντιδραστικές φαντασιώσεις και τι μπορεί να στεγάσει προοδευτικές απολαύσεις. Το Παιχνίδι Ρόλων Ζωντανής Δράσης, το LARP, αποτελεί εργαλείο αρκετών καλλιτεχνών της έκθεσης, που οικειοποιούνται τις παιχνιδοτεχνικές του. Το LARP προσφέρει κάτι παραπάνω από μια βαλβίδα ασφαλείας για να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Αντί για κάποια καθαρτική μίμηση, το LARP προσφέρει πρωτόκολλα για να ξαναπαίξουμε και να περιπλέξουμε το κοινωνικό, με τρόπους που είναι οργανικά απαιτητικοί, ψυχολογικά επιβαρυντικοί και συχνά απρόσφοροι. Επανεκτιμώντας τις δυνατότητες του μιμητικού, τα έργα της Μπιενάλε ερευνούν εξονυχιστικά τον ρόλο της επιθυμίας και την τοποθετούν στην ατμόσφαιρα του σύγχρονου θεάματος. Εδώ, η μιμητική επανεπεξεργασία, η παραμυθοπλασία (parafiction) και η υπερταύτιση (overidentification) απορρυθμίζουν την ιδέα της κριτικής αποστασιοποίησης μέσω της τέχνης. Τα εκτιθέμενα έργα λειτουργούν σαν μιμητικές δομές που ενίοτε μεγεθύνουν τη γοητεία της αντίδρασης, χωρίς να φιλοδοξούν να τη θρέψουν ή να την υπερβούν. Αψηφούν τον μηδενιστικό σαρκασμό και τη LOL φυγή δεικτοδοτώντας άλλα ΑΝΤΙ και ελπίζοντας να εκτροχιάσουν τις αμοιβαία επιδεινούμενες καμπύλες τους, αν μπορέσουν να γλιτώσουν από τον παροξυσμό τους.

Τέλος, στα ελληνικά το ANTI σημαίνει επίσης έναντι. Αναζητώντας μια μετάβαση από το ANTI στο έναντι, η 6η Μπιενάλε της Αθήνας υπογραμμίζει συμπεριφορές που αναζητούν εναλλακτικές εντός των σφαιρών που καθορίζουν το σχήμα της σύγχρονης ζωής: από το γυμναστήριο στο διαδικτυακό φόρουμ, από την εκκλησία στην περιοχή ελέγχου ενός αεροδρομίου, από το εμπορικό κέντρο στο sex dungeon. Οι μηχανισμοί αυτοί μας καλούν να καθρεφτιστούμε στον ελκυστικό βυθό των σύγχρονων τεχνολογιών και των εναντιωματικών διαθέσεών τους. Το έναντι δεν είναι ούτε αντίθεση ούτε μετα-ειρωνική απολυτοκρατία. Η έκθεση συγκαλεί μια ετερογενή διανοητική ορμή τόσο για παραμυθοπλαστικές όσο και για ειλικρινείς εναλλακτικές. Προσκαλώντας καλλιτέχνες, και άλλους πολιτιστικούς παραγωγούς, να δημιουργήσουν καταστάσεις και να καταλάβουν μηχανισμούς που μιμούνται, παραμορφώνουν, συστρέφουν ή μεγεθύνουν τις θεατρικές σκηνές της σύγχρονης ζωής, το ΑΝΤΙ προσφέρει μια αφετηρία για πολυάριθμα έναντι.